Ομαδοσυνεργατική Διδασκαλία, Ομάδα 6 – Β1
6) Αγγελική Ερ. – Στεφανία Δ., Εμμανουηλία Κ. – Νομική Αλ.
Θέμα Εργασίας : α) Αναζητήστε στο διαδίκτυο, σε
περιοδικά ή βιβλία έργα διάσημων ζωγράφων με θέμα τα Χριστούγεννα β)
Αναζητήστε στο Διαδίκτυο λογοτεχνικά κείμενα διάσημων συγγραφέων ή
ποιητών ή μουσουργών. γ) Διαλέξτε ένα ζωγραφικό πίνακα και ένα
λογοτεχνικό κείμενο από αυτά και παρουσιάστε το στην τάξη γράφοντας ένα
κείμενο ως μία σελίδα για το καθένα.
ΕΛΛH ΑΛΕΞΙΟY , Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν
Το διήγημα προέρχεται από το βιβλίο της Έλλης Αλεξίου Προσοχή συνάνθρωποι (1978),
το οποίο περιέχει διηγήματα που αναφέρονται στη γερμανική Κατοχή, την
Αντίσταση και την εξορία. Το συγκεκριμένο διήγημα έχει γραφτεί το 1954
και παρουσιάζει τον αγώνα μιας μητέρας να ζήσει και να στηρίξει τα
παιδιά της, όσο ο άντρας της βρίσκεται στην εξορία, αλλά και τις
οικονομικές δυσκολίες όλων των ανθρώπων της μεταπολεμικής εποχής.
ΔΗΜΗΤΡΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Για ένα παιδί που κοιμάται
Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του εικοστού
αιώνα, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων των ανατολικών χωρών, μεγάλο
μέρος του πληθυσμού τους μετακινήθηκε σε ευρωπαϊκές χώρες, με σκοπό την
εξεύρεση εργασίας. Από την εποχή αυτή και ως τις μέρες μας ζουν και
βιοπαλεύουν στη χώρα μας χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες, όπως το παιδί
του ποιήματος, που κερδίζει το ψωμί του στα φανάρια της λεωφόρου και
κοιμάται στο μηχανοστάσιο του εργοστασίου. Το ποίημα περιλαμβάνεται στη
συλλογή Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995).Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,
Οι μηχανές, αποσταμένες* μα άγρυπνες,
Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες
Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος
Κοντά στη σκάρα του ατμού,*
Με του αδερφού του το παλτό σκεπασμένος
Ξεκουράζεται.
Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια*
Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο.
Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη* αγανάκτηση. Περιμένει το επόμενο φανάρι.
Τίμια κερδίζει έτσι το ψωμί
Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα,
Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.
Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του
Γυναίκειο μαντίλι για το κρύο,
Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα
Μόλις θυμάται.
Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του,
Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.
Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,
Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου
Ενός ανίκητου στρατηλάτη,*
Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,
Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη.
Καμιά φορά πιο εγκάρδια
Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας,
Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.
Δ. Χ. Χριστοδούλου, Το κυπαρίσσι
των εργατικών, Καστανιώτης
των εργατικών, Καστανιώτης
Το ποίημα αυτό αναφέρεται σε
ένα παιδί, που κερδίζει το ψωμί του στα φανάρια. Τη νύχτα των
Χριστουγέννων κοιμάται κοντά στη σκάρα του ατμού, αντιμετωπίζει
καθημερινά, γιορτινές για τους άλλους ημέρες, το φτύσιμο των πελατών και
εύχεται να θυμηθεί ξανά κάτι από τα Χριστούγεννα τα Ελληνικά που κάποτε
του είχαν μάθει.
Δεν
έχει ζήσει αυτό το παιδί Χριστούγεννα με αγάπη, ελπίδα και χαρά, όπως
εμείς οι υπόλοιποι. Φαίνεται να νοσταλγεί αυτά που δεν έχει ζήσει και
νοώσει. Το βλέπουμε να δουλεύει πολύ σκληρά κι οι συνάνθρωποί του του
φέρνονται πολύ σκληρά και άκαρδα, χωρίς πνεύμα Χριστού, αφού το βλέπουν
να εργάζεται μέρες των Χριστουγέννων χωρίς ζεστασιά κι ανθρώπινη
θαλπωρή. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν Χριστούγεννα ουσιαστικά
και γι αυτό φταίμε κι εμείς!